Ιστορία Χαρουπιάς

Η χαρουπιά (Ceratonia siliqua – Κερωνία η έλλοβος), γνωστή κι ως ξυλοκερατιά ή κερατιά, είναι ένα από τα πιο κοινά δέντρα της Κρήτης. Στην Κρήτη υπάρχει και το μεγαλύτερο φυσικό δάσος με χαρουπιές στην Ευρώπη, το χαρουπόδασος των Τριών Εκκλησιών.

Η κερατιά φυτεύεται παντού, ακόμη και στα πεζοδρόμια, λόγω του πυκνού ίσκιου τους και της μηδενικής φροντίδας που απαιτεί. Το όνομα της το παίρνει από το σχήμα του καρπού της, του χαρουπιού, που θυμίζει ξύλινο κέρατο (ξυλοκέρατο). Είναι δέντρο αειθαλές που μπορεί να φτάσει σε ύψος τα 18m και σε ηλικία τα 100 έτη, ενώ τα φύλλα του είναι στρογγυλά, σκληρά και πυκνά. Ευδοκιμεί στις άνυδρες και βραχώδεις παραθαλάσσιες περιοχές του νησιού και φυτρώνει σε αρκετή απόσταση η μία από την άλλη.

Πριν ωριμάσει ο καρπός της μοιάζει με πράσινο φασόλι, ενώ όταν ωριμάσει μοιάζει με καφετί φασόλι και είναι σκληρός και γλυκός (κατατάσσεται στα όσπρια). Παλαιότερα οι Κρητικοί έτρωγαν τα χαρούπια σαν γλυκό, ενώ ακόμη εξακολουθεί να αποτελεί υγιεινό υποκατάστατο της σοκολάτας. Σε περιόδους ανέχειας, τα χαρούπια έτρεφαν τους φτωχούς και τους αντάρτες που βρίσκονταν στα βουνά, ενώ ακόμη και σήμερα πίνεται ως αφέψημα.

Μέσα στο «φασόλι» υπάρχουν 5-15 μικρά σκληρά κουκούτσια, τα κεράτια, τα οποία έχουν το χαρακτηριστικό ότι έχουν όμοιο βάρος (189 – 205 χιλιοστά του γραμμαρίου). Γι’ αυτό το λόγο το βάρος των σπερμάτων αυτών, των κερατίων, πρωτοχρησιμοποιήθηκε πριν 1500 χρόνια για τον ορισμό του καρατίου (0.2 γραμμάρια), δηλαδή της μονάδας μέτρησης του βάρους των πολύτιμων λίθων.

Ειδικά παλαιότερα, σε όλα τα παραθαλάσσια μέρη της Κρήτης η καλλιέργεια των χαρουπιών για την παραγωγή ζωοτροφών ήταν μια από τις κοινότερες αγροτικές ασχολίες, αλλά σήμερα η καλλιέργεια τους έχει μειωθεί δραματικά. Ωστόσο, αρκετές ποσότητες ακόμα αλευροποιούνται και χρησιμοποιούνται για την παρασκευή ενός θρεπτικού αλευριού κατάλληλου για βρεφικούς κοιλόπονους και παιδικές γαστρεντερίτιδες. Βράζοντας τα χαρούπια κάποιοι παρασκευάζουν ένα απλό υδατώδες εκχύλισμα, το «χαρουπόμελο», το οποίο και χρησιμοποιούν ως κύρια γλυκαντική ουσία. Άλλοι τα φουρνίζουν, τα αλέθουν και ανακατεύουν τη σκόνη τους με λίγο αλεύρι για την παρασκευή ψωμιού. Στη λαϊκή ιατρική χρησιμοποιείται το αφέψημα από κοπανισμένα χαρούπια για τα παιδιά που πάσχουν από βρογχίτιδα ή κοκίτη, ενώ άλλοι το βράζουν μαζί με ξερά σύκα και σταφίδες και το πίνουν ως αντιβηχικό φάρμακο. Επίσης, από τα σπόρια τους εξάγεται μία κολλώδης ουσία (κόμμι) χρήσιμη στη χαρτοβιομηχανία καθώς και σαν στερεωτικό σε διάφορα τρόφιμα. Τέλος, ο σπόρος της χαρουπιάς αντικατέστησε στο παρελθόν ακόμα και τον καφέ, καβουρντιζόμενος με αμύγδαλα και ρεβίθια, ενώ το ξύλο της χρησιμοποιείται σε ξύλινες διακοσμήσεις.

Η χαρουπιά ήταν γνωστή στους αρχαίους Έλληνες οι οποίοι την καλλιεργούσαν για τους καρπούς της. Ο Πλίνιος περιγράφει τα γλυκά φασόλια της χαρουπιάς σαν τροφή για τα γουρούνια. Από τον Θεόφραστο μαθαίνουμε ότι το δέντρο, οι Ίωνες το αποκαλούσαν κερωνία ενώ ο καρπός ονομάζονταν και αιγυπτιακό σύκο. Ο Θεόφραστος περιέγραψε σωστά πως οι καρποί της βγαίνουν από τον κορμό του δένδρου, κι αυτό γιατί τα λουλούδια φυτρώνουν πάντοτε στις μασχάλες των φύλλων ή απευθείας από τα παλιά κλαδιά. Το δένδρο αναφέρεται και στην παραβολή του Ασώτου. Το χαρούπι το έτρωγαν στην Αρχαία Αίγυπτο και το χρησιμοποιούσαν ως γλυκαντική ουσία για το γλυκό «νεντζέμ». Οι Ισραηλινοί έτρωγαν τα χαρούπια κατά τη διάρκεια των εβραϊκών διακοπών του «Του Μπισβάτ» ενώ οι μουσουλμάνοι κατά τη διάρκεια του Ραμαζάν έπιναν χυμό χαρουπιού. Στην Αίγυπτο σήμερα το τρώνε σαν σνακ, ενώ με τους συντριμμένους λοβούς φτιάχνουν ένα αναζωογονητικό ποτό. Χρησιμοποιείται επίσης σε ηδύποτα που φτιάχνονται σε Τουρκία, Μάλτα, Πορτογαλία και Σικελία. Στη Λιβύη και στο Περού χρησιμοποιούν το σιρόπι του χαρουπιού σε ποτό.

Περιγραφή και καλλιέργεια
Η χαρουπιά σαν δέντρο έχει ύψος 4 έως 12 μέτρα και σπάνια φτάνει το ύψος των 20 μέτρων. Υπάρχουν διάφορες ποικιλίες χαρουπιάς, άγριες και ήμερες, όπως είναι: Κομπωτά (με καρπό χοντρό), κοντοχάρουπα, μακροχάρουπα (με επιμήκη καρπό), πλατύκαρπος κλπ.  Τα φύλλα της χαρουπιάς είναι σύνθετα, σκληρά ωοειδή με λείες παρυφές σχηματίζοντας πυκνό φύλλωμα. Τα άνθη της είναι μικρά πράσινα χωρίς πέταλα.

            Η χαρουπιά πολλαπλασιάζεται μόνο με σπορά και με εμβολιασμό των άγριων αυτοφυών δέντρων της. Οι σπόροι δε φυτεύονται απευθείας στη γη, αλλά πρώτα μέσα σε γλάστρες. Τα δέντρα εμβολιάζονται, ώστε οι καρποί τους να είναι καλύτερης ποιότητας, ενώ γενικά δεν απαιτούνται πολλές καλλιεργητικές φροντίδες. Εν συνεχεία, κατά τον Αύγουστο, ο καρπός ωριμάζει και συλλέγεται.

            Πριν την φύτευση η προετοιμασία του εδάφους είναι παρόμοια με εκείνη των άλλων καρποφόρων δένδρων. Τα δενδρύλλια ως αειθαλή φυτεύονται με μπάλα χώματος μετά την απομάκρυνση των πετρών, τυχόν ριζών άλλων δέντρων κλπ. Η χαρουπιά φυτεύεται κατά τετράγωνα και ορθογώνια παραλληλόγραμμα ή γραμμές, ενώ η απόσταση μεταξύ των δένδρων είναι 8-10 μέτρα.

            Το δέντρο χρειάζεται λίπανση κατά τις αρχές Δεκεμβρίου και στην αρχή του Φεβρουαρίου. Στη συνέχεια οι καρποί του δέντρου διαμορφώνεται σε σχήμα κυπελλοειδές. Το κλάδεμα πρέπει να είναι ελαφρύ και να αποσκοπεί στη διατήρηση του σχήματος του δέντρου, στην ανάπτυξη νέας βλάστησης, στην αφαίρεση των ξηρών και συμπλεκόμενων κλάδων της κόμης και στην αύξηση του ηλιακού φωτός στο εσωτερικό μέρος της κόμης.

            Ο καρπός, τα χαρούπια, είναι μακριά, στριφτά και σκληρά πράσινου χρώματος όταν είναι άγουρα και ξυλώδη εξωτερικά ,καστανού χρώματος όταν είναι ώριμα. Η σάρκα τους έχει ευχάριστη, γλυκιά γεύση και περιέχει πολλά και πολύ σκληρά σπόρια.