H Ιστορία της ΕΛΙΑΣ

Η πρώτη καλλιέργεια ελαιόδεντρων στον κόσμο, έγινε στην Κρήτη.
Από αρχαιοτάτων χρόνων εμφανίζεται στους μύθους, στις παραστάσεις και στην ιστορία των λαών της. Η ελιά αποτελούσε ανέκαθεν σύμβολο αγώνων, ευημερίας, ειρήνης, γονιμότητας και ευφορίας. Ιερός καρπός των Ελλήνων από την αρχαιότητα.

Η εξέταση των αρχαιολογικών στοιχείων που αφορούν τη χρήση και τη σημασία της ελιάς στην αρχαιότητα επιβεβαιώνει ότι αυτή αποτελούσε ένα από τα χρησιμότερα και πιο αγαπητά δέντρα των Ελλήνων, λόγω της ιερότητός της, της οικονομικής σημασίας της και των ποικίλων χρήσεων των προϊόντων της στην καθημερινή και στη θρησκευτική ζωή. Νεότερα στοιχεία που προέκυψαν από ανάλυση γύρης μαρτυρούν την παρουσία της στον ελλαδικό χώρο από τη νεολιθική εποχή. Αλλά και οι πινακίδες της Γραμμικής Β’ από τα αρχεία των ανακτόρων Κνωσσού, Πύλου και Μυκηνών μαρτυρούν την οικονομική σημασία της κατά τον 14ο και τον 13ο αι. π.Χ. Στην Κνωσό και στις Αρχάνες βρέθηκαν μέσα σε αγγεία κουκούτσια από ελιές, ενώ στη Ζάκρο βρέθηκαν ολόκληρες ελιές με τη σάρκα τους, που χρονολογούνται περί το 1450 π.Χ. Επίσης κουκούτσια ελιάς βρέθηκαν σε τάφους της Μεσσαράς, ενώ σε άλλα σημεία της Κρήτης βρέθηκαν ελαιοπιεστήρια υστερομυκηναϊκής ΙΙ και ΙΙΙ περιόδου (1450-1200 π.Χ.). Ελιές απεικονίζονται και σε έργα τέχνης της εποχής αυτής. Μια τοιχογραφία του ανακτόρου της Κνωσού του 16ου αι. π.Χ. αποτελεί θαυμάσια απεικόνιση ελαιώνα, ενώ τα χρυσά ποτήρια από τον μυκηναϊκό τάφο του Βαφειού Λακωνίας (16ος αι. π.Χ.)κοσμούνται με παράσταση ελαιοδέντρων.

Η καλλιέργεια της ελιάς υπολογίζεται ότι ξεκίνησε πριν από 7.000 χρόνια. Εκείνη την περίοδο τα ελαιόδεντρα υπήρχαν ως μια πρωτόγονη μορφή του φυτού που γνωρίζουμε σήμερα. Μετά το 3.000 π.Χ. η καλλιέργεια των ελαιόδεντρων στην Κρήτη έγινε συστηματική και ξεκίνησε να παίζει σημαντικό ρόλο για την οικονομία του νησιού. Οι Κρητικοί έγιναν οι πρώτοι εξαγωγείς λαδιού στην ιστορία, τόσο στην ενδοχώρα της Ελλάδας όσο και στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή.

Η ελιά ήταν το σύμβολο της Ελλάδας στην αρχαιότητα και το ελαιόλαδο χρησιμοποιούνταν όχι μόνο για τις θρεπτικές του αξίες αλλά και για φαρμακευτικούς σκοπούς. Μεταξύ του 7ου και του 3ου αιώνα π.Χ. αρχαίοι φιλόσοφοι, φυσικοί και ιστορικοί κατέγραψαν τις βοτανικές του ιδιότητες. Η συμβολική σημασία της ελιάς όπως και η κοινωνική και οικονομική αξία του ελαιόλαδου διείσδυσε σε όλους τους τομείς της ζωής κατά την αρχαιότητα. Το κλαδί της ελιάς ήταν το βραβείο στους Ολυμπιακούς αγώνες, από το 776 π.Χ. και συμβόλιζε την ειρήνη και την υποχρεωτική ανακωχή στην αρχαιότητα, σε όλο τον κόσμο, κατά τη διάρκεια των Αγώνων. Η τιμή για τους νικητές στους Παναθηναϊκούς Αγώνες, που λάμβαναν χώρα κάθε τέσσερα χρόνια στην Αθήνα για να τιμήσουν την Θεά Αθηνά, την Προστάτιδα της πόλης, ήταν αμφορείς γεμάτοι με ελαιόλαδο…
Η παραγωγή ελαιόλαδου στις Ελληνικές περιοχές κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής εποχής συνεχίστηκε και η Αυτοκρατορία έκανε την μεγαλύτερη εξαγωγή λαδιού στον κόσμο. Ένα μεγάλο μέρος από την συνολική παραγωγή εκείνη την εποχή προερχόταν από ελαιώνες που υπήρχαν στα Χριστιανικά μοναστήρια. Η παραγωγή του ελαιόλαδου στην Ελλάδα δεν επηρεάστηκε από την πτώση της Κωνσταντινούπολης στα Οθωμανικά στρατεύματα και το τέλος της Βυζαντινής εποχής. Το δένδρο και το λάδι, εκείνη την εποχή, είχε καταλάβει ένα σημαντικό μέρος στην τελετουργία της Ορθόδοξης Χριστιανικής εκκλησίας. Ήταν σύμβολα αγάπης και ειρήνης, και ένα σημαντικό κομμάτι σε διάφορες τελετές, όπως στο βάπτισμα μέχρι και στις λάμπες που χρησιμοποιούσαν στις εκκλησίες όπως επίσης και τα μικρά εικονοστάσια που υπάρχουν σε κάθε Ελληνικό σπίτι. Η ελιά και οι καρποί της παίζουν ακόμη και σήμερα έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην κοινωνική κουλτούρα της χώρας όπως και στην οικονομική ζωή της.

Στις γεωργικές περιοχές της χώρας, μία ελιά φυτεύεται όταν γεννιέται ένα νέο παιδί. Η ελιά και το παιδί θα μεγαλώσουν ταυτόχρονα. Όταν το παιδί ξεκινάει το σχολείο, στην ηλικία των 6 ετών, η ελιά είναι έτοιμη να καρποφορήσει. Η ελιά θα μεγαλώσει με την οικογένεια, θα επιζήσει και θα βρίσκεται εκεί πολλές γενιές αργότερα για να θυμίζει την συνέχιση και την εξέλιξη της ζωής. Η φυσιολογική διάρκεια ζωής ενός ελαιόδεντρου είναι 300 έως 600 χρόνια. Υπάρχουν ελιές με ηλικία που ξεπερνά τα 1.000 χρόνια και περισσότερες από 70 ποικιλίες ελαιόδεντρων στον κόσμο.

Ελιά: Στοιχείο δύναμης στον Μινωικό πολιτισμό!

Η Κρήτη, έως και σήμερα, συγκεντρώνει το ενδιαφέρον όλων εκείνων που ασχολούνται με την καταγωγή και την εξέλιξη της ελιάς όχι μόνο στον ελλαδικό  αλλά και γενικότερα μέσα στον  μεσογειακό χώρο, καθώς  σύμφωνα με αρχαιολογικές πηγές, ο Μίνωας και οι διάδοχοί του ήταν οι πρώτοι προστάτες του ιερού δέντρου της ελιάς, το οποίο και εικάζεται ότι έπαιξε καθοριστικό οικονομικό ρόλο κατά την ακμή της Μινωικής κυριαρχίας!
Η συστηματική καλλιέργεια της ελιάς συνέβαλε μέγιστα στην αλματώδη ανάπτυξη του Μινωικού πολιτισμού αφού ολόκληρη κοινωνικοοικονομική, λατρευτική, εθιμική αλλά και καλλιτεχνική πραγματικότητα δημιουργήθηκε γύρω από τούτο το ιερό δέντρο! Σύμφωνα δε με τον μελετητή  του Μινωικού πολιτισμού, τον Γάλλο Πωλ Φωρ, η ελιά ήταν εκείνη που εξασφάλισε την κυριαρχία της Κρήτης έναντι στον υπόλοιπο αιγαιοπελαγίτικο κόσμο!
Κάτι εξάλλου που επιβεβαιώνεται και από την πληθώρα των γραπτών μαρτυριών που βρέθηκαν στο νησί, και οι οποίες σχετίζονται με τον με τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό και τη διαδικασία εξαγωγής και αποθήκευσης του λαδιού, των σκευών καθημερινής χρήσης όπου φυλάσσονταν οι καρποί, των εικαστικών απεικονίσεων των ελαιόδεντρων κ.λπ.
Η ύπαρξη μάλιστα της βρώσιμης ελιάς και του ελαιόλαδου στη Κρήτη, επιβεβαιώνεται ήδη από την τρίτη χιλιετία π.Χ.- πρώιμη εποχή του χαλκού, πρωτομινωική περίοδος, 2800-2100 π.Χ.- με αρχαιολογικά ευρήματα με σημαντικές πληροφορίες για συστηματική καλλιέργεια ελαιοδέντρων στη Κνωσό και στο Μύρτο Ιεράπετρας, ενώ οι πληροφορίες από τα μεταγενέστερα χρόνια (εποχή του Χαλκού, Μεσομινωική Περίοδος, 2100- 1560 π.Χ.) είναι ακόμα πιο διαφωτιστικές, αφού η καλλιέργεια της ελιάς φαίνεται να αποτελεί μια από τις βασικές ασχολίες των κατοίκων.
Στις ανασκαφές  των αρχαιολόγων Γιάννη και Έφης  Σακελλαράκη,  βρέθηκαν στις Αρχάνες Ηρακλείου, στη περιοχή Φουρνί, απανθρακωμένα κουκούτσια ελιάς μέσα σε άωτο κύπελλο, δίπλα σε πιθάρι που πιθανόν χρησίμευε για την αποθήκευση αγροτικών προϊόντων.
Επίσης, οι λύχνοι  που βρέθηκαν σε  άλλα μέρη, όπως για παράδειγμα  οι λύχνοι που βρήκε στο Χαμαίζι Σητείας ο Στ. Ξανθουδίδης, στις αρχές του αιώνα,  μαρτυρούν την πρώιμη χρήση του ελαιόλαδου για φωτισμό.
Στην  τελευταία δε φάση του μινωικού πολιτισμού (1560-1050 π.Χ.) η παρουσία της ελιάς και του ελαιόκαρπου  στη Κρήτη γίνεται ακόμη πιο έντονη καθώς αρκετοί καρποί ελιάς που βρέθηκαν σε ανασκαφές της Κνωσού και της Ζάκρου, είναι ξεκάθαρο πως προέρχονται από ήμερα ελαιόδεντρα.
Στην περίπτωση μάλιστα της Ζάκρου οι ελιές, που βρέθηκαν σε δεξαμενή νερού, διέσωζαν ακόμη τη σάρκα τους, χάρη στις ευνοϊκές συνθήκες διατήρησης!
Επιπλέον, σημαντικές μαρτυρίες για την ελιά και την χρήση του καρπού της στην καθημερινή ζωή της Κρήτης, αντλούμε από τις. πινακίδες της Γραμμικής Α.
Από μια ομάδα πινακίδων , λοιπόν , που βρέθηκαν στην Κνωσό πληροφορούμαστε ότι οι ποσότητες ελαιοκάρπου που αποδίδονται στο ανάκτορο, από τη συγκομιδή διαφόρων περιοχών, είναι  81.261 λίτρα, εκ των οποίων δύο εντοπίζονται στην πεδιάδα της Μεσσαράς, Φαιστός και Dawo.
Με βάση τις ποσότητες αυτές έγινε επίσης απόπειρα να υπολογιστεί όχι μόνο το ύψος της ελαιοπαραγωγής αλλά και ο αριθμός των ελαιόδεντρων (τουλάχιστον 3.315 ρίζες) που θα αντιπροσώπευε ένα μόνο μέρος των ανακτορικών ελαιώνων.
Επίσης, με τα συλλαβογράμματα Α και Τ1, τα οποία συνοδεύουν το ιδεόγραμμα του ελαιοκάρπου, κάποιοι μελετητές  προσδιορίζουν τα δύο είδη ελιάς. την «άγρια» και την «τιθασή» -ήμερη-, κάτι βέβαια  που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι Κρητικοί εκμεταλλεύονταν συγχρόνως και την άγρια ποικιλία ελιάς και την ήμερη.